Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011

Nouriel Roubini:


"Δεν κινδυνεύουμε πια μόνο από μια μετριοπαθή διπλή ύφεση αλλά από μια πολύ σοβαρή ύφεση που μπορεί να μας φέρει σε μια νέα Μεγάλη Ύφεση όπως της δεκαετίας του 1930, ιδίως αν η κρίση της Ευρωζώνης βγει εκτός ελέγχου και οδηγήσει σε μια νέα παγκόσμια χρηματοπιστωτική καταστροφή. Κατά τη διάρκεια της πρώτης Μεγάλης Ύφεσης οι εσφαλμένες πολιτικές οδήγησαν σε εμπορικούς και νομισματικούς πολέμους, ανεξέλεγκτες χρεοκοπίες, αποπληθωρισμό, ραγδαία αύξηση των ανισοτήτων του εισοδήματος και του πλούτου, φτώχεια, απελπισία, κοινωνική και πολιτική αστάθεια που στο τέλος κατέληξαν στην εγκαθίδρυση αυταρχικών καθεστώτων και στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο καλύτερος τρόπος να αποφύγουμε μια τέτοια ακολουθία γεγονότων είναι να προχωρήσουμε σε τολμηρή και επιθετική παγκόσμια πολιτική δράση τώρα." Επομένως, τι μπορούμε να κάνουμε για να ελαχιστοποιήσουμε τις πιθανότητες άλλης μιας οικονομικής ύφεσης και να αποτρέψουμε την εμβάθυνσή της και το ενδεχόμενο μιας νέας χρηματοπιστωτικής καταστροφής;

Κατά πρώτον, πρέπει να δεχτούμε ότι τα μέτρα λιτότητας, όσο αναγκαία κι αν είναι για να αποφύγουμε ένα δημοσιονομικό ναυάγιο, έχουν υφεσιακές επιπτώσεις στην παραγωγή. Επομένως, αν τα κράτη της ευρωπαϊκής περιφέρειας είναι υποχρεωμένα να ακολουθήσουν πολιτικές λιτότητας, οι χώρες που μπορούν να υιοθετήσουν δημοσιονομικά μέτρα στήριξης της οικονομίας τους πρέπει να το κάνουν και να αφήσουν τη λιτότητα για αύριο. Οι χώρες αυτές είναι οι ΗΠΑ, η Βρετανία, η Γερμανία, τα άλλα κράτη του πυρήνα της Ευρωζώνης και η Ιαπωνία.

Δεύτερον, αφού η νομισματική πολιτική έχει περιορισμένες επιπτώσεις όταν το πρόβλημα είναι η υπερχρέωση και η αφερεγγυότητα και όχι η έλλειψη ρευστότητας, χρειαζόμαστε πιστωτική χαλάρωση και όχι ποσοτική χαλάρωση. Απαιτείται λοιπόν πιστωτική χαλάρωση από την αμερικανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα, την Τράπεζα της Ιαπωνίας, την Τράπεζα της Αγγλίας και την Εθνική Τράπεζα της Ελβετίας. Ο πληθωρισμός είναι το τελευταίο από τα προβλήματα που οι τράπεζες αυτές θα πρέπει να φοβούνται καθώς η νέα καθίζηση στις αγορές αγαθών, απασχόλησης, ακινήτων και εμπορευμάτων τροφοδοτεί έντονες αποπληθωριστικές πιέσεις.

Τρίτον, για την αποκατάσταση της πιστωτικής επέκτασης, οι τράπεζες και τα τραπεζικά συστήματα της Ευρωζώνης που πάσχουν από έλλειψη κεφαλαίων πρέπει να ενισχυθούν με ένα πανευρωπαϊκό πρόγραμμα δημόσιας χρηματοδότησης. Για να αποφύγουμε ένα ακόμη πιστωτικό κραχ καθώς η απομόχλευση των τραπεζών θα προχωρεί, πρέπει βραχυπρόθεσμα να δοθεί κάποια ‘εποπτική ανοχή’ στις κεφαλαιακές απαιτήσεις και τις απαιτήσεις ρευστότητας των τραπεζών. Επίσης από τη στιγμή που τα τραπεζικά συστήματα τόσο της Αμερικής όσο και της Ευρώπης αρνούνται να χορηγήσουν δάνεια στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, πρέπει να υπάρξει άμεση κρατική μέριμνα για πιστώσεις προς τις φερέγγυες αλλά έχουσες πρόβλημα ρευστότητας μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Τέταρτον, απαιτείται η παροχή πραγματικά μεγάλης ρευστότητας στις φερέγγυες κυβερνήσεις προκειμένου να αποφύγουμε την άνοδο των σπρεντ και την απώλεια της πρόσβασής τους στις αγορές η οποία μπορεί να μετατρέψει τα προβλήματα ρευστότητας σε προβλήματα αφερεγγυότητας. Ακόμη και αν κάνουν όλες τις αναγκαίες πολιτικές αλλαγές, τα κράτη αυτά θα χρειαστούν χρόνο προκειμένου να αποκαταστήσουν την αξιοπιστία τους. Έως τότε όμως οι αγορές θα συνεχίσουν να τα πιέζουν, καθιστώντας μια αυτοεκπληρούμενη κρίση άκρως πιθανή.

Σήμερα η Ισπανία και η Ιταλία κινδυνεύουν να χάσουν την πρόσβαση στις αγορές. Απαιτείται λοιπόν ο τριπλασιασμός των επίσημων κονδυλίων – μέσα από ένα μεγαλύτερο Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, την εισαγωγή ευρωομολόγου, ή μια πραγματικά μεγάλη παρέμβαση της ΕΚΤ – προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο μιας καταστροφικής εξόδου των επενδυτών από αυτές τις αγορές ομολόγων.

Πέμπτον, τα βάρη του χρέους που δεν είναι δυνατόν να μειωθούν μέσω της ανάπτυξης, των αποταμιεύσεων ή του πληθωρισμού πρέπει να καταστούν βιώσιμα μέσα από την ελεγχόμενη αναδιάρθρωση του χρέους, τη μείωση του χρέους και τη μετατροπή του χρέους σε μετοχές. Και αυτό πρέπει να γίνει για όλους: αφερέγγυες κυβερνήσεις, νοικοκυριά και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Έκτον, ακόμη κι αν η Ελλάδα και τα άλλα κράτη της ευρωπαϊκής περιφέρειας λάβουν σημαντική ανακούφιση του χρέους τους, δεν πρόκειται να επιστρέψουν στην ανάπτυξη αν δεν αποκαταστήσουν την ανταγωνιστικότητά τους. Και δίχως ταχεία επιστροφή στην ανάπτυξη δεν μπορούν να αποφευχθούν ούτε τα περαιτέρω χρεοστάσια ούτε οι κοινωνικές εκρήξεις.

Οι χώρες αυτές έχουν τρεις επιλογές για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητάς τους εντός της Ευρωζώνης, όλες τους απαιτούν μια πραγματική υποτίμηση αλλά καμιά τους δεν είναι βιώσιμη:

• Η δραστική εξασθένηση του ευρώ έναντι του δολαρίου είναι άκρως απίθανη από τη στιγμή που η αμερικανική οικονομία είναι και αυτή αδύναμη.

• Η ταχεία μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας μέσω της επιτάχυνσης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της μεγαλύτερης αύξησης της παραγωγικότητας έναντι της αύξησης των μισθών είναι εξίσου απίθανη – με αυτή τη διαδικασία αποκατέστησε την ανταγωνιστικότητά της η Γερμανία αλλά της πήρε 15 χρόνια.

• Ο αποπληθωρισμός μισθών και τιμών κατά 30% συνολικά μέσα σε μία 5ετία – στην Ελλάδα για παράδειγμα – σημαίνει 5 χρόνια μιας όλο και βαθύτερης και κοινωνικά απαράδεκτης ύφεσης. Ακόμα κι αν θεωρήσουμε πως μια τέτοια ύφεση είναι εφικτή, ο αποπληθωρισμός θα επιδεινώσει την αφερεγγυότητα με δεδομένη την αύξηση κατά 30% της πραγματικής αξίας του χρέους.

Από τη στιγμή που αυτές οι λύσεις δεν αποδίδουν, η μόνη εναλλακτική λύση είναι η έξοδος από την Ευρωζώνη, καταρχήν για την Ελλάδα, αλλά ίσως και για ορισμένα άλλα κράτη μέλη. Μόνο η επιστροφή σε ένα εθνικό νόμισμα με ισχυρή υποτίμησή του μπορεί να αποκαταστήσει την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη.

Η εγκατάλειψη του κοινού νομίσματος θα φέρει βεβαίως παράπλευρες ζημιές για τη χώρα που θα το εγκαταλείψει και θα αυξήσει τον κίνδυνο μόλυνσης για τις άλλες αδύναμες οικονομίες της Ευρωζώνης. Απαιτείται συνεπώς ο χειρισμός των επιπτώσεων που θα έχει στους ισολογισμούς η μεγέθυνση του χρέους σε ευρώ μετά την υποτίμηση του νέου εθνικού νομίσματος, μέσω μιας ελεγχόμενης και κατόπιν διαπραγματεύσεων μετατροπής του παθητικού σε ευρώ στα νέα εθνικά νομίσματα. Απαιτείται επίσης η σωστή χρήση των επίσημων πόρων, μεταξύ άλλων και για την αποκατάσταση της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών της Ευρωζώνης, προκειμένου να περιοριστούν οι παράπλευρες ζημιές και η μόλυνση.

Έβδομον, τα αίτια για την υψηλή ανεργία και την αναιμική ανάπτυξη των προηγμένων οικονομιών είναι διαρθρωτικά, και συμπεριλαμβάνουν την δυναμική ανάδυση των ανταγωνιστικών αναδυόμενων αγορών. Η σωστή απάντηση σε τόσο μεγάλες αλλαγές δεν είναι ο προστατευτισμός. Αντιθέτως, οι προηγμένες οικονομίες χρειάζονται ένα μεσοπρόθεσμο σχέδιο που θα αποκαταστήσει την ανταγωνιστικότητά τους και την απασχόληση μέσω νέων μεγάλων επενδύσεων στην ανώτατη εκπαίδευση, την εξειδίκευση της εργασίας, τις βελτιώσεις στο ανθρώπινο κεφάλαιο, τις υποδομές και τις εναλλακτικές και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Μόνο ένα τέτοιο πρόγραμμα μπορεί να δώσει στους εργαζόμενους των προηγμένων οικονομιών τα εργαλεία που χρειάζονται για να είναι παγκοσμίως ανταγωνιστικοί.

Όγδοο, οι αναδυόμενες οικονομίες έχουν πια στη διάθεσή τους περισσότερα εργαλεία από ό,τι οι προηγμένες οικονομίες και θα πρέπει να χαλαρώσουν τη νομισματική και δημοσιονομική τους πολιτική. Το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα μπορούν να λειτουργούν σαν δανειστές εσχάτου καταφυγίου για τις αναδυόμενες χώρες που κινδυνεύουν να χάσουν την πρόσβαση στις αγορές, υπό την προϋπόθεση της εφαρμογής των κατάλληλων μεταρρυθμίσεων. Και χώρες όπως η Κίνα που στηρίζουν υπερβολικά την ανάπτυξή τους στις εξαγωγές, θα πρέπει να επιταχύνουν τις μεταρρυθμίσεις και να επιτρέψουν μια πιο γρήγορη ανατίμηση του νομίσματος τους προκειμένου να στηρίξουν την εσωτερική ζήτηση και κατανάλωση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου